Ο Ραγκούσης ενάντια στις αναχρονιστικές αντιλήψεις Σαμαρά για το μεταναστευτικό


Με δύο ομιλίες του στην Βουλή των Ελλήνων-10 και 11 Μαρτίου- ο υπ. Εσωτερικών Γιάννης Ραγκούσης, ενημέρωσε τους Ελληνες πολίτες για την σημασία του Νομοσχεδίου για το μεταναστευτικό.

Παράλληλα απάντησε στις αναχρονιστικές τοποθετήσεις του Αντώνη Σαμαρά,ο οποίος στα καλλιστεία των άκρων και της υπερβολής ανταγωνίζεται με επιτυχία τον Καρατζαφέρη και τους "αδελφούς Μανωλίδη".

Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, συζητώντας........................
το ελληνικό Κοινοβούλιο το παρόν νομοσχέδιο, είχε τη δυνατότητα μέσα στη διάρκεια των τοποθετήσεων που έχουν προηγηθεί να ξεκινήσει τη συζήτηση για ένα πραγματικά πάρα πολύ σημαντικό και σοβαρό θέμα για την ελληνική κοινωνία και τον τόπο. Είχε όμως και τη δυνατότητα πριν από λίγο, όχι απλώς να ακούσει τις απόψεις του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αλλά -όπως προσωπικά πιστεύω- να ζήσει και μία ιδιαίτερη στιγμή, η οποία χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι όσο ο χρόνος παρέρχεται τόσο το πραγματικό πολιτικό πρόσωπο αποκαλύπτεται.

Μου έκανε, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, πολύ μεγάλη εντύπωση η συχνότητα, με την οποίαν ο κ. Σαμαράς χρησιμοποίησε στην ομιλία του φράσεις του τύπου «μην διανοηθείτε», «μην τολμήσετε», «αποσύρετε», «μην προχωρήσετε» και ούτω καθεξής. Δεν ξέρω τι νοοτροπία αντανακλούν όλες αυτές οι φράσεις, αυτό που ξέρω όμως είναι ότι ο κ. Σαμαράς για μιαν ακόμη φορά δεν απέφυγε τον πειρασμό να προχωρήσει ενώπιον του ελληνικού Κοινοβουλίου σε διαστρέβλωση και παραποίηση διατάξεων που, εν πάση περιπτώσει πια, γραπτώς έχουν διανεμηθεί και είναι στη διάθεση όλων των Βουλευτών. Αποκορύφωμα δε ήταν ότι, για μιαν ακόμη φορά κι ενώ του έχει επισημανθεί κατ’ επανάληψη, εξήγγειλε μία καθ’ όλα έωλη και αστήρικτη προαναγγελία κατάργησης ενός νομοσχεδίου, το οποίο γνωρίζει πολύ καλά ότι παράγει έννομες συνέπειες που από το Σύνταγμα δεν μπορούν να ακυρωθούν. Και δεν μπορεί κανείς να διανοηθεί ότι ο κ. Σαμαράς αυτό δεν το γνωρίζει. Άρα, δεν μπορεί να μην καταλήξει στο συμπέρασμα ότι συνειδητά προβαίνει σε μια σειρά από διαπιστώσεις, διατυπώσεις, αλλά και πολιτικές παρατηρήσεις που ο ίδιος προσωπικά γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία σημασία, καμία αξία.

Μίλησε για απόσυρση. Είπε ότι έχει ζητήσει για μιαν ακόμη φορά την απόσυρση αυτού του νομοσχεδίου, αυτών των διατάξεων, την οποία δεν υιοθετούμε.

Ο κύριος Σαμαράς αρνείται να αντιληφθεί ότι η Κυβέρνηση, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έχει πει τρία μεγάλα «ναι» σε απόσυρση πολιτικών. Και γι’ αυτό το λόγο είμαστε σήμερα εδώ.

Το πρώτο «ναι» που έχουμε πει είναι στην οριστική και αμετάκλητη απόσυρση πολιτικής ή πολιτικών, με τις οποίες άνοιξαν τα σύνορα της χώρας, το 1991 και το 1992, κύριε Σαμαρά, με αποτέλεσμα τότε να έρθουν στην Ελλάδα, χωρίς χαρτιά, χωρίς διατυπώσεις, για πρώτη φορά μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο.

Έχουμε πει ένα δεύτερο μεγάλο «ναι» στην απόσυρση της πολιτικής των μαζικών «ναι» και αυτόματων νομιμοποιήσεων, που μόνο την τελευταία φορά, το 2005 και το 2007, είχαν σαν αποτέλεσμα μαζικά, άκριτα και αυτόματα να νομιμοποιηθούν στην Ελλάδα από την Κυβέρνηση Καραμανλή εκατόν πενήντα χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, οι οποίοι αποτελούν τον καλύτερο πρεσβευτή, αλλά και μαγνήτη παρόμοιων συμπεριφορών.

Γιατί εάν για την Ελλάδα ιστορικά μια πράξη, μια απόφαση, που εκ των πραγμάτων αποτελεί το καλύτερο, το πιο ηχηρό παγκοσμίως προσκλητήριο για περεταίρω προσέλευση παράνομων μεταναστών στη χώρα -είναι ακριβώς αυτή η διαδικασία που τελευταία φορά, όχι πρώτη, πραγματοποιήθηκε το 2005 και 2007- τότε τι μήνυμα στέλνει όταν εκατόν πενήντα χιλιάδες, αδιακρίτως και χωρίς καμμία προσωπική εξέταση των δεδομένων και των δικαιολογητικών που συνοδεύουν εδώ την παρουσία τους παίρνουν νόμιμη κάρτα παραμονής στη χώρα; Ότι ελάτε κι εσείς, κινηθείτε και ζήστε στη χώρα μερικά χρόνια παράνομα και κάποια στιγμή θα έρθει η ώρα, όπως έκανε στο παρελθόν τρεις φορές και το ελληνικό κράτος θα σας νομιμοποιήσει ξανά.

Και αυτή η πολιτική είναι που εμείς είπαμε οριστικά και αμετάκλητα να αποσυρθεί. Γιατί, αυτή η πολιτική που τελευταία φορά πραγματοποιήθηκε από την Κυβέρνηση Καραμανλή το 2005 και το 2007, είναι ο πραγματικός μαγνήτης, το πραγματικό προσκλητήριο παράνομης μετανάστευσης στη χώρα μας.

Αλλά είπαμε και ένα μεγάλο «ναι» σε μια απόσυρση ακόμη μιας πολύ σοβαρής πολιτικής, που αντιβαίνει κατά τη γνώμη μας κάθε διαδικασία και κάθε έννοια κράτους δικαίου. Και αυτό το «ναι» αφορούσε πολιτικές οι οποίες έχουν σχέση με την αυθαίρετη και αδιαφανή διαδικασία απονομής της ιθαγένειας, που είχαμε την ευκαιρία με ντοκουμέντα να παρακολουθήσουμε να αποδεικνύεται από τον Πρωθυπουργό της χώρας, το Γεώργιο Παπανδρέου, στην προ ημερησίας διάταξης συζήτηση για το ίδιο θέμα, σε επίπεδο αρχηγών.

Άρα, έχουμε πει τρία «ναι» στην απόσυρση τέτοιων πολιτικών και γι’ αυτό είμαστε εδώ που είμαστε, γι’ αυτό φέρνουμε αυτό το νομοσχέδιο.

Άρα, αγαπητοί συνάδελφοι, εάν αυτό το νομοσχέδιο αποσυρθεί, όπως ο κύριος Σαμαράς ζητά, τότε η Ελλάδα έχει ένα δρόμο. Αυτόν που μέχρι σήμερα έχει ακολουθήσει, δηλαδή το δρόμο της πρόσκλησης στην παράνομη μετανάστευση, την πολιτική η οποία θέλει το ελληνικό κράτος να έχει νομιμοποιήσει περίπου εκατοντάδες χιλιάδες, πεντακόσιες-εξακόσιες χιλιάδες μετανάστες και να τους έχει στο περιθώριο, χωρίς καμμία προοπτική, χωρίς καμμία ελπίδα, χωρίς το δικαίωμα όχι να πάρουν την ελληνική ιθαγένεια αυτόματα, αλλά σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου να διεκδικήσουν, εάν αυτοί θέλουν και εάν αυτοί πιστεύουν ότι πρέπει να κάνουν, το δικαίωμα της κτίσης της ελληνικής ιθαγένειας.

Όμως, ο κύριος Σαμαράς, δυστυχώς, σήμερα επέλεξε αυτό το νομοσχέδιο να κάνει και κάτι ακόμη χειρότερο. Επέλεξε μια κρίσιμη στιγμή για τον τόπο, επέλεξε μια ώρα που ο Έλληνας Πρωθυπουργός βρίσκεται στο αποκορύφωμα μιας διεθνούς εκστρατείας, προσωπικής δικής του και της Κυβέρνησης, άρα και της Ελλάδας στο σύνολό της, να μεταβάλλει ένα δυσμενέστατο κλίμα, παρόμοιο του οποίου ίσως η χώρα δεν έχει ξανασυναντήσει τις τελευταίες δεκαετίες, για να μπορέσει να υπηρετήσει το εθνικό συμφέρον, για να μπορέσει να υπηρετήσει το συμφέρον του τόπου. Και ο κύριος Σαμαράς διάλεξε αυτήν εδώ την ημέρα που ο Γεώργιος Παπανδρέου κορυφώνει την προσπάθειά του για να αλλάξει το παγκόσμιο κλίμα υπέρ της χώρας μας και των εθνικών συμφερόντων, αγαπητοί συνάδελφοι, ναι για να καταφέρει ένα πισώπλατο χτύπημα. Ένα πισώπλατο χτύπημα στον Πρωθυπουργό, που προκύπτει στην πραγματικότητα από την προσπάθεια να αμφισβητήσει την ηθική ακεραιότητα του Έλληνα Πρωθυπουργού.

Γιατί, αυτή η διάταξη που γνωρίζει πολύ καλά ότι έχουμε φέρει, είναι μια διάταξη που προέκυψε ως ανάγκη για την Ελλάδα και το θεσμό του Έλληνα Πρωθυπουργού και όχι για το Γεώργιο Παπανδρέου, στην προσπάθεια ακριβώς που αυτούς τους μήνες κάνει για να ανασκευάσει, να ανασυγκροτήσει μια Ελλάδα η οποία ήταν ετοιμόρροπη. Ήταν ετοιμόρροπη μετά τις πολιτικές που ασκήθηκαν στο δημοσιονομικό τομέα από την προηγούμενη Κυβέρνηση, τα τελευταία έξι χρόνια.

Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία να μην καταλογιστεί ως ένα στίγμα πολιτικό σε αυτή την αντιπολιτευτική πολιτική που έχει υιοθετήσει ο κύριος Σαμαράς το τελευταίο διάστημα.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, μέχρι σήμερα οι πολιτικές ένταξης κινήθηκαν μεταξύ της ατολμίας και της αναποτελεσματικότητας, αυτή είναι η γνώμη μας. Πολλές φορές έφτασαν στα όρια της αδιαφάνειας και της διαφθοράς. Είχαμε την ευκαιρία στο πλαίσιο της διαρκούς επιτροπής να ακούσουμε φορείς, εκπροσώπους μεταναστών, οι οποίοι, χωρίς κανένα δισταγμό, μπροστά σε μέλη της προηγούμενης Κυβέρνησης είπαν ότι αυτή τη στιγμή, αυτό που κυκλοφορεί στους νόμιμους μετανάστες στη χώρα μας είναι ότι εάν θέλεις να έχεις κάποια εμπλοκή με το ελληνικό κράτος είτε για να ζητήσεις ιθαγένεια, είτε για να ζητήσεις νόμιμη παραμονή, είναι ότι πρέπει να βρεις το μέσο για να επιτύχεις κάτι τέτοιο.

Παιδιά που έχουν γεννηθεί εδώ και έχουν μεγαλώσει εδώ, δεν είναι ακόμη Έλληνες πολίτες. Παιδιά που έχουν παρακολουθήσει το ελληνικό σχολείο, είναι ακόμη για την Πολιτεία ξένοι. Άνθρωποι που ζουν χρόνια μαζί μας, εργάζονται μαζί μας, πληρώνουν ασφαλιστικές εισφορές και φόρους, δεν έχουν λόγο για το μέλλον της χώρας. Αιτούνται την ελληνική ιθαγένεια και απλά περιμένουν την απάντηση της Πολιτείας για χρόνια και πάντα βεβαίως, με το φόβο ότι η αίτησή τους μπορεί να απορριφθεί και πάντα βεβαίως, χωρίς καμμία αιτιολογία.

Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου η ελληνική ιθαγένεια, αυτή η τόσο σοβαρή υπόθεση, αποτέλεσε αντικείμενο μικρών ή μεγάλων εξυπηρετήσεων και τα ντοκουμέντα υπάρχουν. Θυμόμαστε όλοι τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις –ξαναλέω- του Πρωθυπουργού για την παράκαμψη και του πνεύματος και του γράμματος του σημερινού Κώδικα Ιθαγένειας από την προηγούμενη πολιτική ηγεσία, με αποκορύφωμα άνθρωποι οι οποίοι δεν ξέρουν τον εθνικό ύμνο, που κατοικούσαν στην Καβάλα και δεν γνώριζαν σε ποιο δημοτικό διαμέρισμα, σε ποιο γεωγραφικό διαμέρισμα της χώρας μας ανήκει η Καβάλα, να παίρνουν την ελληνική ιθαγένεια.

Από εκείνους που τώρα μας εγκαλούν –αποκορύφωμα ο κ. Σαμαράς- για χαλαρότητα στις διαδικασίες απόδοσης της ελληνικής ιθαγένειας, ότι δηλαδή, εμείς αντιμετωπίζουμε με χαλαρό τρόπο την ελληνική ιθαγένεια, έχουν αναρωτηθεί άραγε -όσοι βιάστηκαν να μας κατηγορήσουν- που οδηγεί το να συνεχίσουν τα πράγματα ως έχουν; Μπορούμε στα σοβαρά να οραματιστούμε μια κοινωνία ειρήνης και ασφάλειας, ενώ διατηρούμε τόσους ανθρώπους στο περιθώριο; Εμείς πιστεύουμε πως όχι.

Το νομοσχέδιο για τις σύγχρονες διατάξεις για την ελληνική ιθαγένεια, ακριβώς, σε αυτό αποσκοπεί. Να απαντήσει με τρόπο υπεύθυνο σε τρία ζητήματα: Στα παιδιά δεύτερης γενιάς, σε ένα σύγχρονο κώδικα πολιτογράφησης που συνάδει με ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, καθώς επίσης, βεβαίως και στο τρίτο μεγάλο κομμάτι που έχει να κάνει με την πολιτική συμμετοχή όχι μόνο των οικονομικών μεταναστών, αλλά και των ομογενών στις τοπικές εκλογές πρώτου βαθμού.

Δηλαδή, όλα αυτά για να απαντήσει με τρόπο υπεύθυνο στο μείζον ζήτημα και της ένταξης των νομίμων μεταναστών στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας, αλλά όχι μόνο σ’ αυτό, αλλά και στις ανάγκες διαμόρφωσης ενός σύγχρονου κράτους δικαίου.

Πρώτο μας μέλημα –το έχουμε ξεκαθαρίσει- είναι τα παιδιά δεύτερης γενιάς, αυτά που γίνονται φίλοι με άλλα ελληνόπουλα στα σχολεία, που παίζουν μαζί τους, που ζουν τα προβλήματα και τα άγχη της ηλικίας τους. Γιατί υπάρχουν παιδιά που γεννιούνται εδώ και δεν γνωρίζουν άλλη πατρίδα, υπάρχουν και τα παιδιά που ήρθαν εδώ σε πολύ μικρή ηλικία, παρακολουθούν όμως το ελληνικό σχολείο. Προβλέπουμε ότι πρέπει, βεβαίως, να έχουν παρακολουθήσει επιτυχώς τουλάχιστον έξι τάξεις του ελληνικού σχολείου, για να πάρουν με αίτηση που συμπληρώνουν την ελληνική ιθαγένεια και στα δεκαοκτώ, όταν ενηλικιωθούν, τους δίνουμε τη δυνατότητα, εάν επιθυμούν τότε που ενηλικιώθηκαν, να μη συνεχίσουν να την έχουν, να ζητήσουν να την αποβάλλουν.

Άρα, να είναι συνειδητοί Έλληνες πολίτες. Και το μείζον κεντρικό ερώτημα που υπάρχει, κυρίως για την Αξιωματική Αντιπολίτευση, είναι ένα και μέχρι σήμερα δεν έχει απαντηθεί. Ποιος είναι ο κίνδυνος για την Ελλάδα; Τι θα πάθει η Ελλάδα; Πώς θα ζημιωθεί η Ελλάδα αν αυτά τα παιδιά που μεγαλώνουν στην Ελλάδα, που μεγαλώνουν ως Έλληνες και των οποίων οι γονείς θέλουν να αποκτήσουν αυτά τα παιδιά την ελληνική υπηκοότητα, αποκτήσουν αυτήν την ελληνική υπηκοότητα στα δώδεκα στα δεκατρία τους; Τι κακό θα συμβεί στη χώρα, αν αυτά τα παιδιά το νωρίτερο δυνατό αρχίσουν και μεγαλώνουν ως συνειδητοί Έλληνες πολίτες, ως πραγματικά ελληνόπουλα.

Υπάρχουν βεβαίως και άλλα παιδιά που πληρούν τα παραπάνω. Επειδή η Ελλάδα, όμως, άργησε είναι πλέον ενήλικες και για αυτά τα παιδιά προβλέπουμε ότι αν πληρούν μια από τις δύο παραπάνω προϋποθέσεις, μπορούν να υπαχθούν στις παραπάνω ρυθμίσεις.

Εκτός από τα παιδιά βεβαίως υπάρχουν και οι ενήλικες μόνιμοι μετανάστες. Άνθρωποι που ήρθαν και αποφάσισαν να ζήσουν εδώ., άνθρωποι που ζουν και εργάζονται για χρόνια στη χώρα μας, άνθρωποι που αισθάνονται ότι είναι έτοιμοι να γίνουν μέλη της ελληνικής κοινωνίας, άνθρωποι που μας τιμούν με αυτήν τους την επιθυμία. Σε όλους αυτούς η Ελλάδα δίνει το δικαίωμα να ελπίζουν. Μπορούν, εφόσον οι ίδιοι το επιθυμούν, να αιτηθούν -όχι να αποκτήσουν αυτόματα- να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια.

Είναι μείζον, είναι κεντρικό στοιχείο της λογικής αυτού του νομοσχεδίου για εμάς και το έχει πει ο Γιώργος Παπανδρέου στην προ ημερησίας διάταξης συζήτηση ότι «Έλληνας και γεννιέσαι και γίνεσαι». Όμως, εδώ μιλούμε για το επόμενο. Και το επόμενο είναι ότι αν κάποιος αποφασίσει -όπως είπε και συμφωνώ ένας συνάδελφος- αν κάποιος συνειδητά θελήσει να γίνει Έλληνας πολίτης κάτι που δεν μπορεί παρά να περιποιεί τιμή γι’ αυτή τη χώρα, τότε εμείς πρέπει να αποφασίσουμε τις αυστηρές, τις αξιοπρεπείς, τις αξιόπιστες, τις διάφανες διαδικασίες, με τις οποίες η χώρα μας, αν αποφασίσει, θα του απονείμει την ελληνική ιθαγένεια.

Άρα, μιλούμε για τις συγκεκριμένες διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι όσοι έχουν γνήσια τη θέληση θα μπορούν -αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορούν όλοι- να πολιτογραφηθούν. Είναι διαδικασίες που δεν μένουν απλά στο σχετικής αξίας χρονικό όριο, διαδικασίες που αποτελούν ένα συνολικό ολοκληρωμένο πακέτο με συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την πολιτογράφηση. Όσοι ήδη ζουν νόμιμα στη χώρα, μπορούν να αιτηθούν να πολιτογραφηθούν, εφόσον έχουν συμπληρώσει πέντε χρόνια νόμιμης διαμονής. Όσοι ζουν και είναι ήδη νόμιμοι μετανάστες, έχουν στη συντριπτική τους πλειοψηφία πολύ περισσότερα και από πέντε και από έξι και από επτά και από οκτώ χρόνια. Γιατί η τελευταία διαδικασία μαζικής και αυτόματης πολιτογράφησης -το γνωρίζουν πολύ καλά οι συνάδελφοι της προηγούμενης κυβέρνησης- είχε έναν όρο, ότι όλοι όσοι νομιμοποιήθηκαν, είχαν έρθει στη χώρα μέχρι 31-12-2004. Άρα, ήδη είναι πολύ περισσότερα χρόνια από τα πέντε εδώ. Όσοι βεβαίως μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου θα έρθουν στη χώρα, πρέπει να έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον επτά χρόνια για να αιτηθούν, ξαναλέω, την πολιτογράφηση.

Και ουσιαστικά αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, αυτό είναι, μαζί με τον ένα χρόνο περιθώριο που έχει το ελληνικό κράτος για να τους απαντήσει, το γερμανικό μοντέλο σε αυτή του τη διάσταση. Αυτά είναι τα οκτώ χρόνια του γερμανικού μοντέλου. Και εδώ, βεβαίως, δεν μπορεί κανείς όταν μιλάει για γερμανικό μοντέλο, να μη θυμηθεί, από τα διάφορα στάδια που έχει περάσει η προσέγγιση του κ. Σαμαρά και της Νέας Δημοκρατίας γι’ αυτό το θέμα, ότι δεν είναι πάνω από ένας - ενάμισης μήνας που μας προκάλεσε δημοσίως να το υιοθετήσουμε το γερμανικό μοντέλο.

Και ξέρετε ότι το γερμανικό μοντέλο έχει αυτά τα δύο, τρία βασικά χαρακτηριστικά. Πρώτον, οκτώ χρόνια για να κάνεις αίτηση και δεύτερον, τα παιδιά όταν παίρνουν τη γερμανική ιθαγένεια, την παίρνουν από τη γέννησή τους και στα δεκαοκτώ, απλώς αποφασίζουν, αν έχουν δύο ιθαγένειες, ποια από τις δύο θα αποβάλλουν. Αυτό, λοιπόν, είναι το γερμανικό μοντέλο, το επτά συν ένα χρόνια.

Και βεβαίως είναι ένα ερώτημα. Γιατί από τη μία απευθύνεται η πρόκληση για το γερμανικό μοντέλο και όταν τα πράγματα εξελίσσονται κατά αυτόν τον τρόπο, θυμόμαστε και κατασκευάζουμε άλλου τύπου προσπάθειες να διαφύγουμε από ένα πραγματικό πρόβλημα που δεν έχει η κυβέρνηση, δεν έχει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έχει η κοινωνία, έχει ο τόπος.

Σήμερα ισχύει, γιατί κι αυτό πρέπει να το πούμε, το ασαφέστατο κριτήριο του ήθους και της προσωπικότητας. Για πρώτη φορά από το παρόν νομοσχέδιο τίθεται ως προϋπόθεση η γνώση της ελληνικής γλώσσας, γνώση που εξετάζεται με γραπτές εξετάσεις για πλήρη διαφάνεια. Γραπτώς εξετάζεται και η γνώση του πολιτεύματος, βεβαίως και της ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Συμπληρώνεται από το παρόν νομοσχέδιο ο κατάλογος με τα αδικήματα που αποτελούν κόλλημα για την αίτηση πολιτογράφησης, δηλαδή μία σειρά από αδικήματα που αν κάποιος τα έχει διαπράξει, αποκλείεται από τη διαδικασία πολιτογράφησης.

Παραδείγματος χάρη, ο σημερινός, ο ισχύω κώδικας -όχι το δικό μας νομοσχέδιο, που θα ψηφιστεί μετά- δεν προβλέπει αδικήματα, όπως η συμμετοχή στο οργανωμένο έγκλημα.

Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχει πρόβλημα στη σημερινή διαδικασία απόδοσης ιθαγένειας -το γνωρίζουμε πολύ καλά- σε μια εποχή που η Ελλάδα δέχεται πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Υπουργός σήμερα μπορεί να αρνηθεί ή να εγκρίνει χωρίς να αιτιολογήσει την απόφασή του, χωρίς να δώσει λογαριασμό, χωρίς κανείς να μάθει το παραμικρό. Ο Υπουργός μπορεί επίσης να απαντήσει, όποτε ο ίδιος κρίνει. Σίγουρα για εμάς, όχι για όλους, το έχουμε ήδη πει, αυτή δεν είναι μια διαδικασία που συνάδει με ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος δικαίου. Γι’ αυτό και εισάγουμε την υποχρεωτική αιτιολόγηση της απόφασης που πρέπει, σας παρακαλώ, να γνωρίζετε ότι μόνο η Ελλάδα αυτή τη στιγμή, η Πολωνία και πιθανότατα η Μάλτα δεν την έχουν ακόμα θεσπίσει. Ακόμα και χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Τουρκία, περιλαμβάνουν στο εσωτερικό τους δίκαιο, στο εθνικό τους δίκαιο, την υποχρέωση αιτιολόγησης απέναντι σε τέτοιες αιτήσεις. Και η απάντηση, βεβαίως, εντός συγκεκριμένου χρονικού ορίου που δεν μπορεί να ξεπερνά τα δύο χρόνια.

Βεβαίως, πέραν όλων αυτών, θεσπίζουμε για πρώτη φορά και δευτεροβάθμιο όργανο με επικεφαλής ανώτατο δικαστικό επίτιμο μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας που θα μπορεί να ελέγχει όλες τις αποφάσεις που θα εκδίδονται μετά από αιτήσεις για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας. Αυτές είναι οι βασικές προβλέψεις για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας για όσους ζουν νόμιμα και μακροχρόνια στην Ελλάδα.

Τέλος -το επαναλαμβάνουμε μέχρι να το κατανοήσουν όλοι στην Αίθουσα, αν και πια χάσαμε κάθε ελπίδα σε ό,τι αφορά τον κ. Σαμαρά και τη Νέα Δημοκρατία- καμία διάταξη του νομοσχεδίου δεν αφορά παράνομους μετανάστες. Κανένας μετανάστης χωρίς χαρτιά, δεν νομιμοποιείται από αυτό το νομοσχέδιο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα, που επαναλαμβάνεται, από το ότι με αυτό το νομοσχέδιο νομιμοποιούνται παράνομοι μετανάστες ή ότι αυτό το νομοσχέδιο έχει μέσα διατάξεις, χρήση των οποίων μπορεί να κάνει κάποιος που δεν κατοικεί νόμιμα στην Ελλάδα. Οι τελευταίοι που πήραν το δικαίωμα να κατοικούν νόμιμα στην Ελλάδα, ήταν από την κυβέρνηση Καραμανλή, σας το ξαναλέω, η τελευταία μαζική και αυτόματη νομιμοποίηση που έγινε το 2005 και ολοκληρώθηκε το 2007.

Παρακολουθήσαμε όλοι, βεβαίως, τις συνεχείς προσπάθειες πολλών να παραπληροφορήσουν την κοινή γνώμη είτε από άγνοια είτε πια από σκοπιμότητα, αφού επαναλαμβάνεται. Σήμερα, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο, δεν μπορεί πια, αφού είναι γραπτά τα ντοκουμέντα, να μιλήσει ξανά για δήθεν νομιμοποίηση μεταναστών που δήθεν γίνεται με αυτό το νομοσχέδιο. Και βεβαίως εμείς δεν το κρύβουμε ότι θα περιμέναμε μια φράση αυτοκριτικής, ιδίως από πρωταγωνιστές περιόδων της χώρας που γέννησαν το πρόβλημα και που το παρέδωσαν στην κατάσταση που το παρέδωσαν.

Σήμερα έχουμε ένα νομοσχέδιο το οποίο εκτός από τις προβλέψεις για τα παιδιά δεύτερης γενιάς, αλλά και τις σύγχρονες διατάξεις, τον Κώδικα Πολιτογράφησης εισαγάγει και μια άλλη καινοτομία για την οποία έχει στο παρελθόν δεσμευτεί και η προηγούμενη Κυβέρνηση με τρόπο πιο ρητό, πιο κατηγορηματικό και πιο ευρύ, που περισσότερο δεν γίνεται. Και όταν έρθει η ώρα -γιατί ήδη έχει περάσει ο χρόνος- θα δώσουμε και τα απαραίτητα ντοκουμέντα στο Σώμα.

Όταν ήρθε εδώ ο ύπατος αρμοστής του ΟΗΕ ο κ. Γκουτιέρες, είχαμε την ευκαιρία και δημοσίως να καταθέσει μια σειρά από εμπειρίες, διεθνείς εμπειρίες, ευρωπαϊκών χωρών εμπειρίες, για το πόσο ωφέλιμο ήταν για την ένταξη, αλλά και για την απογκετοποίηση πολλών κοινωνιών που έχουν και ζουν αντίστοιχα προβλήματα με τα δικά μας, το γεγονός της παροχής του δικαιώματος «εκλέγειν» και «εκλέγεσθαι» στους οικονομικούς μετανάστες. Και αυτό γιατί, όπως είπε χαρακτηριστικά, όταν οι μετανάστες ψηφίζουν στις τοπικές εκλογές δένονται με την τοπική κοινωνία και οι δήμαρχοι, εκ των πραγμάτων, αναγκάζονται να προσέχουν τις γειτονιές, να προσέχουν τους ίδιους.

Αυτός ακριβώς είναι και ο στόχος της ρύθμισης για τη συμμετοχή και των ομογενών, αλλά και των νομίμων μεταναστών στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ακούστηκε το επιχείρημα «να το αφήσουμε για τις επόμενες εκλογές» και μάλιστα ακούστηκε από όσους το έχουν ήδη καταγεγραμμένο στα ντοκουμέντα τους.

Και μάλιστα υπόσχονταν και την ψήφο αυτή να τη δώσουν και στο δεύτερο βαθμό της Αυτοδιοίκησης.

Εκείνο το οποίο για μια ακόμη φορά πρέπει να πούμε είναι ότι εάν όλοι οι νόμιμοι μετανάστες και ομογενείς που δικαιούνται αιτηθούν τη συμμετοχή τους –γιατί αυτό θα το ξέρουμε μόνο το καλοκαίρι- αυτοί δεν θα ξεπερνούν παρά τις λίγες δεκάδες χιλιάδες. Κι αυτό σε κάθε νομό, όπως το έχουμε επίσημα καταμετρημένο στο Υπουργείο Εσωτερικών, δεν θα ξεπεράσει το 1% του συνολικού Εκλογικού Σώματος και πάλι με την προϋπόθεση ότι θα αιτηθούν.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να συμπληρώσω μία κουβέντα ακόμα. Σε κάθε περίπτωση, αυτό το νομοσχέδιο δεν θα κριθεί με την ψήφισή του. Θα κριθεί, όταν μετά από περίπου δύο χρόνια, θα είμαστε σε θέση να μιλήσουμε για τα αποτελέσματα που θα επιφέρει.

Εμείς πιστεύουμε ακράδαντα ότι μετά από δύο χρόνια, η Ελλάδα θα είναι εδώ, η Ελλάδα δεν θα έχει πάθει τίποτα, η Ελλάδα δεν θα έχει μολυνθεί, η Ελλάδα θα είναι ακόμα πιο δυνατή, σθα είναι ακόμη πιο ασφαλής, θα είναι ακόμη πιο ανθρώπινη. Εμείς θα βαδίσουμε στη βάση της αρχής ότι σφραγίζουμε τα σύνορά μας, ανοίγουμε την καρδιά μας, γιατί αυτό πιστεύουμε ότι επιτάσσει το εθνικό συμφέρον και το συμφέρον του ελληνικού λαού.
>H ομιλία της 11ης Μαρτίου

Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι,

κλείνοντας όχι απλώς αυτό το τριήμερο, αλλά μια μακρά περίοδο δημόσιας συζήτησης και εντός αλλά και εκτός Κοινοβουλίου και ειδικά αυτή τη στιγμή δεν θα προσέθετε κάτι πολύ σημαντικό να επαναλάβει κανείς, μια σειρά από επιχειρήματα τα οποία με έναν τρόπο -όπως για κάθε καλόπιστο παρατηρητή, αποδείχθηκε στη διάρκεια των συζητήσεων μέσα στην Ολομέλεια- καταρρίπτουν το σύνολο σχεδόν των ισχυρισμών, που τουλάχιστον αυτοί δεν εδράζονται στο πραγματικό περιεχόμενο των διατάξεων του παρόντος νομοσχεδίου.
Έτσι, λοιπόν, καμία νομιμοποίηση, κανενός οικονομικού μετανάστη που σήμερα ζει χωρίς χαρτιά στην Ελλάδα, δεν προκύπτει απ’ αυτό το νομοσχέδιο. Μόνο νόμιμοι οικονομικοί μετανάστες, καθώς επίσης και ομογενείς, μπορούν να κάνουν χρήση των διατάξεων αυτού του νομοσχεδίου.
Λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας ασφάλειας οι οποίοι θα επέβαλαν στο Κράτος, στην Πολιτεία την άρνηση απόδοσης της ελληνικής ιθαγένειας σε κάποιον που κάνει αίτηση, προβλέπονται ρητώς και κατηγορηματικώς και μάλιστα χωρίς την υποχρέωση αιτιολόγησης. Είναι δεκάδες τα ποινικά κωλύματα τα οποία εάν συντρέχουν στην περίπτωση οποιουδήποτε ζητήσει να πάρει την ελληνική ιθαγένεια, αυτά θα είναι από μόνα τους λόγος η Πολιτεία να αρνηθεί να εγκρίνει μια τέτοια αίτηση.
Υπάρχει πλέον στη χώρα μας -μετά την ψήφιση αυτού του νομοσχεδίου- δευτεροβάθμιο όργανο πολιτογράφησης, προκειμένου να ελέγχει, προκειμένου να διερευνά καθετί που πρέπει γύρω από τη διαδικασία απονομής της ελληνικής ιθαγένειας.
Για τους απόδημους; Για τους απόδημους όσοι επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν αυτό το επιχείρημα και να συμπλέξουν μεταξύ τους δυο τελείως ξεχωριστά πράγματα, γνωρίζουν οι ίδιοι πόσο δημαγωγική είναι η προσπάθεια που επιχείρησαν, πόσο δημαγωγικό είναι το τέχνασμα.
Για τους μουσουλμάνους; Για τους μουσουλμάνους, νομίζω ότι η επίσημη φωνή της Εκκλησίας –και θα ήταν παράλειψη σε όλη αυτή τη διάρκεια των συζητήσεων να μην υπάρξει μνεία από πλευράς μας- νομίζω ότι δίνει την καλύτερη απάντηση, αλλά και φωτισμένοι ιεράρχες οι οποίοι στη διάρκεια αυτού του τριμήνου-τετραμήνου, ένοιωσαν την ανάγκη να παρέμβουν.
Κοιτάξτε, κλείνοντας αυτή τη συζήτηση υπάρχει και αιωρείται ακόμη στις τοποθετήσεις των συναδέλφων της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης αλλά και των συναδέλφων του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού, μια σειρά κατηγοριών, ότι αυτό το νομοσχέδιο θα λειτουργήσει σαν μαγνήτης, ότι αυτό το νομοσχέδιο εισάγει τη χαλαρότητα στην αντιμετώπιση της ελληνικής ιθαγένειας και την παρέχει πλέον με ευκολία. Αυτό θα ήταν κάτι το οποίο θα μπορούσε να το ισχυρισθεί κανείς, αν αγνοούσε αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Αν ξαφνικά, δηλαδή, είχε μια μαγική δυνατότητα να διαγράψει το άνοιγμα των συνόρων στις αρχές της δεκαετίας του ’90,
εάν είχε μια μαγική ικανότητα να διαγράψει τις τρεις μαζικές και αυτόματες νομιμοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν τελευταία φορά την περίοδο 2005-2007 και που είχαν σαν αποτέλεσμα να νομιμοποιηθούν εκατόν πενήντα χιλιάδες -μέχρι τότε χωρίς χαρτιά - οικονομικοί μετανάστες.
Θα είχαν, όμως, βάση όλες αυτές οι κατηγορίες εάν μέχρι σήμερα, μπορούσε η ελληνική πολιτεία να αποδείξει ότι διαχειρίστηκε με την προσήκουσα σοβαρότητα αλλά και αξιοπιστία και φειδώ την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας. Και εδώ είναι που αρχίζουν τα πράγματα να γίνονται δύσκολα. Να γίνονται δύσκολα, αλλά ταυτόχρονα και να φωτίζουν το πραγματικό από το οποίο φεύγουμε και στο πραγματικό το οποίο πηγαίνουμε.
Είχαμε την ευκαιρία πολλές φορές να πούμε διάφορα παραδείγματα. Σήμερα θα δώσω ένα ακόμη παράδειγμα όχι για το ελληνικό Κοινοβούλιο ούτε για να προστεθεί στην αξιολόγηση των συναδέλφων κατά τη διάρκεια της ψήφου τους, αλλά για τον ιστορικό του μέλλοντος και κυρίως για να αποτελεί μια καθαρή απάντηση σε όλους όσοι -ακόμη και σήμερα- εξακολουθούν να ισχυρίζονται τέτοιου τύπου κατηγορίες.
Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν γεννήθηκαν στην Ελλάδα, δεν έχουν καμία σχέση με την Ελλάδα και παρ’ όλα αυτά, χωρίς να γνωρίζουν Ελληνικά, χωρίς να έχουν καν καμία επαφή με το δίκαιο του αίματος, απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια.
Αυτό το νομοσχέδιο, φίλες και φίλοι, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, έχει μέσα του δυο μεγάλες περιοχές. Η μια μεγάλη περιοχή αφορά τα παιδιά, την απονομή της ιθαγένειας -εφόσον οι νόμιμοι γονείς το ζητήσουν- σε όλα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ ή και έκαναν τουλάχιστον επιτυχώς έξι χρόνια σχολείο.
Εμείς υποβάλαμε ένα ερώτημα το οποίο δεν απαντήθηκε. Και όσο αυτό το ερώτημα δεν απαντάται, τότε όλη η προσπάθεια να ακυρωθεί αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία σε αυτό της το σκέλος πολιτικά, δεν πρόκειται να πετύχει το παραμικρό.
Τι είναι αυτό το οποίο θα πάθει η Ελλάδα; Από τι κινδυνεύει η χώρα μας; Τι θα ζημιώσει την Ελλάδα, αν την ιθαγένεια σε αυτά τα παιδιά τη δώσουμε με τη γέννησή τους εφόσον διατηρούμε το δικαίωμά τους μόλις ενηλικιωθούν -στα δέκα οκτώ τους χρόνια- να αποφασίσουν τα ίδια για τα περαιτέρω.
Υπήρξε, όμως, και μια άλλη μεγάλη περιοχή η οποία ουσιαστικά έχει έναν τίτλο: «Οι σκοπιμότητες της Κυβέρνησης». Οι κομματικές και πολιτικές σκοπιμότητες της παράταξής μας οι οποίες διαφαίνονται μέσα από τις ρυθμίσεις και της αλλαγής του τρόπου πολιτογράφησης, αλλά και της παροχής δικαιώματος εκλέγειν και εκλέγεσθαι στους ομογενείς και στους νόμιμους οικονομικούς μετανάστες στις Δημοτικές Εκλογές.
Αυτή είναι μια κατηγορία που πολλές φορές και με διάφορους τρόπους, εξαπολύθηκε. Νομίζω, όμως, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, ότι ήρθε η ώρα να πούμε ότι δεν είναι αυτή η αλήθεια -όπως με έναν τρόπο παραπειστικό προσπαθείτε να δώσετε όλο αυτό το διάστημα των τριών μηνών- για τον απλούστατο λόγο: Τι ισχύει αυτή τη στιγμή στη χώρα μας χωρίς να ψηφισθεί αυτό το νομοσχέδιο;
Αυτό το οποίο ισχύει αφορά τρία πράγματα, τρία είναι τα δεδομένα: Υπουργός, εξακόσιες πενήντα χιλιάδες νόμιμοι μετανάστες και εκλογές, εκλογικές σκοπιμότητες κ.ο.κ..
Είναι αλήθεια ή δεν είναι ότι με την ισχύουσα νομοθεσία -χωρίς αυτό τον νέο Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας που εισηγούμαστε- στην πραγματικότητα αυτό, το οποίο έχει σα δυνατότητα αυτός που έχει στα χέρια του αυτή, την υπογραφή -και δεν είναι άλλος από τον εκάστοτε Έλληνα Υπουργό, άρα τον Υπουργό της σημερινής Κυβέρνησης, της σημερινής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας- είναι να μεταχειριστεί αύριο το πρωί, όπως θέλει, απονέμοντας όπου θέλει την ιθαγένεια και λογαριασμό να μη δώσει;
Είναι αυτή η αλήθεια ή δεν είναι; Αυτή είναι η αλήθεια. Ο Έλληνας σήμερα Υπουργός μπορεί να δώσει σε όσους θέλει αδιακρίτως, χωρίς να λογαριάζει κανέναν σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, σε όσες χιλιάδες, θέλει την ελληνική ιθαγένεια.
Άρα, πού πάει, που εδράζεται η περίφημη κινδυνολογία περί σκοπιμοτήτων, όταν ερχόμαστε και στην πραγματικότητα αποποιούμαστε το δικαίωμα που μέχρι σήμερα είχαμε να δώσουμε την ιθαγένεια σε όσες χιλιάδες θέλαμε. Δεν θα το παίρνατε χαμπάρι ποτέ. Δεν θα μπορούσατε να το εμποδίσετε στην πραγματικότητα. Δεν θα μπορούσατε στο παραμικρό σκέλος να το θεωρήσετε παράνομο.
Και ερχόμαστε και εισάγουμε -γιατί αυτό πιστεύουμε- διαδικασίες ενός σύγχρονου κράτους δικαίου που λέει ότι δεν μπορεί αυτή η διαδικασία, ειδικά στις σημερινές δύσκολες περιστάσεις για τον ελληνικό, αλλά και τη χώρα μας σε σχέση με τα μεταναστευτικά ζητήματα που ανακύπτουν παγκοσμίως, να συνεχιστεί.
Γιατί αυτό κάνουμε. Βάζουμε κανόνες διαφάνειας, Βάζουμε αυστηρές διαδικασίες για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας. Βάζουμε και δευτεροβάθμιο όργανο ελέγχου αυτής της απονομής.
Άρα, ποιο κόμμα, ποια κυβέρνηση -που φαντάζομαι ότι όχι από σας, μπορείτε να μας κατηγορείτε, αγαπητοί συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης κυρίως, αλλά δεν νομίζω ότι μας κατηγορείτε ότι δεν μπορούμε να καταλάβουμε μερικά πολύ βασικά πράγματα- θα είχε τη δυνατότητα να θέλει να ασκήσει αυτές τις πολιτικές με μικροκομματική σκοπιμότητα και να μην εφαρμόζει μια νομοθεσία που της παραδώσατε; Γιατί αυτή η νομοθεσία που της παραδώσατε της επιτρέπει να το κάνει αυτό το πράγμα, χωρίς κανένας εμπόδιο, χωρίς κανέναν περιορισμό. Ενώ πηγαίνει σε αυτές τις διαδικασίες, διαδικασίες οι οποίες σε καμία απολύτως περίπτωση, σε κανέναν πλέον δεν επιτρέπουν να απονέμει την ελληνική ιθαγένεια, αν αυτός που τη ζητά δεν αποδεικνύει πραγματικά ότι την αξίζει.
Κλείνοντας, κύριε Πρόεδρε, μία μόνο κουβέντα θέλω να πω γιατί όλο αυτό το διάστημα ήταν συνειδητή η απόφαση της Κυβέρνησης να αποφύγει κάθε ιδεολογική φόρτιση σε αυτή τη συζήτηση. Και είναι αλήθεια ότι δύσκολα θα βρει κανείς σε όλες τις παρεμβάσεις που κάναμε έντονη ιδεολογική φόρτιση, έντονη ιδεολογική προσπάθεια που θα πόλωνε μια τέτοια δημόσια συζήτηση που είχε ανάγκη ο τόπος.
Όμως, κλείνοντας πρέπει να πούμε ανεπιφύλακτα ότι, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, η Βουλή απόψε πράγματι κάνει ένα ιστορικό βήμα, γι’ αυτό δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Μάλιστα, στην πραγματικότητα -γιατί πρέπει αυτό να το τονίσουμε- το ήπιο κλίμα που επικράτησε σε σχέση μ' αυτό που πάρα πολύ είχαμε φοβηθεί στην αρχή, όταν είχε ξεκινήσει αυτή η δημόσια συζήτηση, ίσως κατά βάθος αποδεικνύει ότι η λογική, ακόμη και σε αυτούς που αντιδρούν και διαφωνούν κατά βάθος, επικρατεί. Και αυτό το ιστορικό βήμα που κάνει απόψε η Βουλή είναι ιστορικό και θα μπορεί να μετρηθεί και ιστορικά. Και αυτό όχι μόνο γιατί για πρώτη φορά συντίθεται –το είπαν πάρα πολλοί- το δίκαιο του αίματος με το δίκαιο του εδάφους και στην πραγματικότητα παράγει ένα νέο κώδικα, μία νέα αντίληψη στον κώδικα ελληνικής ιθαγένειας που οδηγεί τα πράγματα στην ενσυνείδητη επιλογή του υποψηφίου για να αποκτήσει την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη.
Είναι ιστορικό βήμα, αγαπητοί και αγαπητές συνάδελφοι, γιατί στην πραγματικότητα είναι ένα ιστορικό βήμα του Ελληνικού Κοινοβουλίου, της εθνικής αντιπροσωπείας, ένα ιστορικό βήμα απόλυτης εμπιστοσύνης στην ελληνική παιδεία και στον ελληνικό πολιτισμό. Και αυτοί, οι οποίοι σήμερα με την ψήφο τους συμπράττουν και οδηγούν το ελληνικό Κοινοβούλιο να κάνει αυτό το ιστορικό βήμα, στην πραγματικότητα αυτό λένε, ότι έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη και δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν στην ελληνική παιδεία και στον ελληνικό πολιτισμό.
Είναι ένα ιστορικό βήμα πίστης στην Ελλάδα, στην Ελλάδα της ασφάλειας, της ανθρωπιάς και της δικαιοσύνης. Είναι πραγματικά ένα ιστορικό βήμα σε μια Ελλάδα και για μια Ελλάδα που δεν φοβάται, έχει εμπιστοσύνη στο εαυτό της, είναι μία Ελλάδα, η οποία επιτρέπει στους Έλληνες να είναι υπερήφανοι γι’ αυτήν. Και αυτή είναι η Ελλάδα, η οποία εμείς πιστεύουμε, εμείς εργαζόμαστε για να ανήκει αυτή η Ελλάδα στους Έλληνες.

Σας ευχαριστώ πολύ.


Share/Save/Bookmark
ευχαριστούμε για την επίσκεψη

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts with Thumbnails