Πολλές συζητήσεις, αναφορές και δημοσιεύματα, τον τελευταίο καιρό, έχουν σχέση με τα σχέδια του υπουργείου Παιδείας για ριζικές αλλαγές στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, πανεπιστημιακοί και φοιτητές διατύπωσαν τις πρώτες ενστάσεις επί ορισμένων αλλαγών, πριν καλά - καλά η υπουργός Παιδείας, Αν. Διαμαντοπούλου, παρουσιάσει το κείμενο με τις προτάσεις, που αποτέλεσαν βάση διαλόγου στη σύνοδο των πρυτάνεων στο Ρέθυμνο.Η έναρξη των συζητήσεων σήμανε αμέσως μετά την παρουσίαση των αξόνων των αλλαγών από την υπουργό, παρουσία του... πρωθυπουργού Γ. Α. Παπανδρέου, στους Δελφούς, στις 26 Σεπτεμβρίου.
Βασικά σημεία αντιδράσεων είναι οι αλλαγές, που σχετίζονται με τον πρύτανη, ο οποίος μπορεί να προέρχεται και από Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα του εξωτερικού. Τα Συμβούλια Διοίκησης που θα μπορούν να περιλαμβάνουν και προσωπικότητες εκτός των Ιδρυμάτων, είναι ένα ακόμη σημείο τριβής πανεπιστημιακών - Υπουργείου Παιδείας, δεδομένου ότι ορισμένοι καθηγητές υποστηρίζουν ότι οι εν λόγω προτάσεις δεν έχουν την κάλυψη του Συντάγματος. Από την άλλη, οι φοιτητές ζητούν μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής στα όργανα και παράλληλα αντιδρούν στην προοπτική να δίδονται δυνατότητες για συνεργασίες με ιδιωτικούς φορείς (π.χ. στον τομέα σίτισης, στέγασης κ.λπ).
Αυτές τις μέρες, στην πλειονότητα των Ιδρυμάτων, σε όλα τα όργανα και σε όλους χώρους, από τους εργαζόμενους μέχρι τους φοιτητές, είναι σε εξέλιξη εσωτερικός διάλογος με βάση τις προτάσεις που παρουσίασε η υπουργός Παιδείας στη σύνοδο των πρυτάνεων, στο Ρέθυμνο, ώστε κάθε Ίδρυμα να καταλήξει σε συγκεκριμένο πλαίσιο, το οποίο θα υποβάλει στη σύνοδο πρυτάνεων, που θα διεξαχθεί στην Αθήνα στις 10 και 11 Δεκεμβρίου. Στη σύνοδο οι πρυτάνεις ελπίζουν να καταλήξουν σε κοινό κείμενο προτάσεων, που θα υποβάλουν στο υπουργείο Παιδείας.
Σημειώνεται, πάντως, ότι σε όλους τους χώρους των Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, όπου αυτή την περίοδο γίνεται διαβούλευση, είναι κοινή πεποίθηση η ανάγκη να αλλάξουν πολλά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά προς την κατεύθυνση της «διατήρησης της αυτονομίας - αυτοδιοίκησης των ιδρυμάτων» καθώς και του «δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα» τους.
Τι γίνεται, ωστόσο, στα Πανεπιστήμια των άλλων χωρών, σχετικά με τα κρίσιμα θέματα όπως αυτά της διοίκησης, της χρηματοδότησης και γενικότερα της αυτονομίας και αυτοδιοίκησης των πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων; Στα περισσότερα Πανεπιστήμια του εξωτερικού η εκπαίδευση βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων. Πανεπιστημιακοί, αλλά και ολόκληρες κυβερνήσεις ασχολούνται και πάλι με την Παιδεία, στην οποία επενδύουν για το μέλλον, όπως άλλωστε ακούγεται συνεχώς από επίσημα χείλη και στην Ελλάδα.
Πολλές κυβερνήσεις (προσφάτως, της Πορτογαλίας) έχουν προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, προσπαθώντας να εκσυγχρονίσουν τις σπουδές, τη διοίκηση, τη χρηματοδότηση και εντέλει τους στόχους της ανώτατης εκπαίδευσης, με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της τρέχουσας εποχής. Σύμφωνα με στοιχεία του «Ευρυδίκη, δίκτυο ενημέρωσης για την εκπαίδευση στην Ευρώπη» (2008), «σε όλες σχεδόν τις χώρες, τα Ιδρύματα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (ΙΤΕ), ως αυτόνομες οντότητες, έχουν σήμερα την κύρια ευθύνη για τη διακυβέρνηση και τη διαχείριση των οικονομικών τους, των δραστηριοτήτων και του προσωπικού τους. Η διοίκηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ασκείτο πάντα από τους ακαδημαϊκούς, τους ερευνητές, ή τους εμπειρογνώμονες, στο πλαίσιο δομών συλλογικής διαχείρισης.
Σήμερα που τα εκπαιδευτικά ιδρύματα των περισσότερων χωρών έχουν αναλάβει πολλές αρμοδιότητες σε θέματα διακυβέρνησης, οι οποίες στο παρελθόν ανήκαν στα υπουργεία, οι δομές διοίκησης των ιδρυμάτων έχουν αλλάξει σημαντικά. Όλα τα ΙΤΕ στην Ευρώπη διαθέτουν ένα εκτελεστικό όργανο το οποίο συνήθως ονομάζεται Πρυτανεία και αποτελείται από τον πρύτανη, τον πρόεδρο, ή τον αντιπρύτανη, που είναι ο εκτελεστικός διευθυντής του ιδρύματος. Όλα σχεδόν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα έχουν ένα συλλογικό ακαδημαϊκό όργανο, που συνήθως ονομάζεται Σύγκλητος, ακαδημαϊκό συμβούλιο, ή πανεπιστημιακό συμβούλιο. Το ακαδημαϊκό όργανο είναι κατ΄εξοχήν υπεύθυνο για τις εκπαιδευτικές και ερευνητικές δραστηριότητες του ιδρύματος.
Το όργανο λήψης αποφάσεων είναι υπεύθυνο για το μακροπρόθεσμο και στρατηγικό σχεδιασμό και τον καθορισμό των κατευθύνσεων του ιδρύματος. Στις μισές περίπου χώρες, το ακαδημαϊκό όργανο ασκεί αυτά τα καθήκοντα και ενεργεί και ως όργανο λήψης αποφάσεων. Στις περισσότερες χώρες όμως, το ακαδημαϊκό όργανο δεν έχει εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις γι αυτά τα σημαντικά θεσμικά θέματα. Σε όλη την Ευρώπη παρατηρείται γενική τάση θέσπισης συμβουλευτικών, ή εποπτικών οργάνων, τα οποία εποπτεύουν ή παρακολουθούν τις επιχειρησιακές εκπαιδευτικές και οικονομικές δραστηριότητες των ιδρυμάτων και αποτελούνται αποκλειστικά, ή κατά το μεγαλύτερο μέρος, από εξωτερικούς φορείς. Στο περίπου ένα τρίτο των χωρών το εποπτικό όργανο είναι και όργανο λήψης αποφάσεων. Πως γίνεται όμως η επιλογή του πρύτανη, που είναι ουσιαστικά ο εκτελεστικός διευθυντής, και εκπροσωπεί το ίδρυμα στις νομικές συναλλαγές και τις συμφωνίες χρηματοδότησης;
Οι περισσότερες χώρες, που εξετάζονται στη μελέτη του δικτύου ενημέρωσης Ευρυδίκη, «διαθέτουν σύστημα εκλογής του εκτελεστικού διευθυντή, που επικυρώνεται από το ακαδημαϊκό όργανο του Ιδρύματος. Στη Σλοβενία, ο πρύτανης εκλέγεται από όλο το ακαδημαϊκό προσωπικό και τους φοιτητές του ιδρύματος. Στη Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, το θεσμικό όργανο που διορίζει τον εκτελεστικό διευθυντή (το διοικητικό συμβούλιο στη Δανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο), αποτελείται κατά πλειοψηφία από εξωτερικούς φορείς.
Στην Αυστρία και τις Κάτω Χώρες, ο εκτελεστικός διευθυντής διορίζεται από θεσμικό όργανο, το οποίο αποτελείται αποκλειστικά από εξωτερικούς φορείς. Σε αρκετές χώρες, ο εκτελεστικός διευθυντής επιλέγεται ή προτείνεται από ένα εσωτερικό όργανο, αλλά ο διορισμός του πρέπει να εγκρίνεται από το υπουργείο (από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην Τσεχική Δημοκρατία και τη Σλοβακία) ή από τον ιδρυτικό φορέα του ιδρύματος (για τα χρηματοδοτούμενα από την κυβέρνηση ιδιωτικά ιδρύματα). Το πρόσωπο που εκλέγεται ή διορίζεται εκτελεστικός διευθυντής είναι συνήθως καθηγητής του ίδιου του Ιδρύματος (στη Ρουμανία οι υποψήφιοι για τη θέση του πρύτανη πρέπει να είναι μέλη της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου), αλλά σε αρκετές χώρες οι υποψήφιοι γι αυτή τη θέση μπορεί να είναι και εκτός ιδρύματος, υπό τον όρο ότι κατέχουν τα απαιτούμενα προσόντα.
Η θέση του εκτελεστικού διευθυντή καλύπτεται ύστερα από γενικό διαγωνισμό στη γερμανόφωνη Κοινότητα του Βελγίου, τη Γερμανία, την Εσθονία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Αυστρία, την Πορτογαλία, τη Φινλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ισλανδία και τη Νορβηγία». Πρόσωπα εκτός Πανεπιστημίου περιλαμβάνονται, όμως, στα ακαδημαϊκά όργανα ορισμένων χωρών. Στη Γαλλία, 10-30% των μελών του ακαδημαϊκού οργάνου πρέπει να προέρχονται από εξωτερικούς φορείς. Στη Μάλτα, στο ακαδημαϊκό όργανο του Πανεπιστημίου, συμμετέχουν δύο εξωτερικά μέλη που διορίζονται από την κυβέρνηση. Στις περισσότερες χώρες το ακαδημαϊκό όργανο ήταν κατά παράδοση το συλλογικό όργανο λήψης αποφάσεων του Πανεπιστημίου υπό την εποπτεία του κράτους.
Σήμερα, το ακαδημαϊκό όργανο εξακολουθεί να είναι κατ΄εξοχήν υπεύθυνο για θέματα, που αφορούν την εκπαίδευση και την έρευνα. Σε περισσότερες από τις μισές χώρες, που καλύπτει η παρούσα μελέτη, το ακαδημαϊκό όργανο διαθέτει σχετικά περιορισμένη εξουσία λήψης αποφάσεων και το πεδίο των άμεσων αρμοδιοτήτων του δεν περιλαμβάνει τις πολιτικές, τις κατευθύνσεις, ή τη στρατηγική ανάπτυξη του ιδρύματος. Στις χώρες, στις οποίες το ακαδημαϊκό όργανο δεν είναι και όργανο λήψης αποφάσεων, η αποστολή του είναι να αξιοποιεί τις γνώσεις και την ικανότητα παροχής συμβουλών των μελών του για την ανάπτυξη του πανεπιστημίου στο σύνολο του.
Σε τρεις χώρες το ακαδημαϊκό όργανο διαθέτει ευρύτερες εξουσίες. Σε Βουλγαρία και Γερμανία το ακαδημαϊκό όργανο καθορίζει τον αριθμό των θέσεων σπουδών του ιδρύματος. Στις χώρες αυτές και στην Κύπρο, το ακαδημαϊκό όργανο είναι υπεύθυνο για τον προϋπολογισμό του ιδρύματος συμπεριλαμβανομένης και της εσωτερικής κατανομής των κονδυλίων. Και σε άλλες χώρες, πάντως, τα Πανεπιστήμια έχουν θεσπίσει «συμβουλευτικά όργανα», στα οποία συμμετέχουν και εξωπανεπιστημιακοί. Σύμφωνα, πάντα, με τα στοιχεία της μελέτης του δικτύου Ευριδίκη «η Εσθονία, η Ισπανία και η Ουγγαρία έχουν θεσπίσει συμβουλευτικά όργανα, που στηρίζουν τη δομή της διακυβέρνησης των Ιδρυμάτων.
Τα όργανα αυτά λειτουργούν ως μηχανισμοί εξωτερικής καθοδήγησης και έχουν στόχο να εμπλουτίσουν τη διαδικασία εσωτερικής διακυβέρνησης με την εμπειρία εξωτερικών φορέων. Δεν απαιτείται, ωστόσο, η έγκριση αυτών των οργάνων για καμία απόφαση και αυτά δεν έχουν κανένα επίσημο εποπτικό ρόλο για το ίδρυμα. Ο κύριος λόγος ύπαρξης συμβουλευτικών οργάνων αυτού του τύπου είναι να στηρίζουν την επικοινωνία και τη συνεργασία ανάμεσα στα ιδρύματα και το υπουργείο, να προωθούν τη σύσφιγξη των σχέσεων με την κοινωνία, να βελτιώνουν τη διαδικασία καθορισμού των κατευθύνσεων και της στρατηγικής των ιδρυμάτων με την βοήθεια της εμπειρίας αυτών των εξωτερικών φορέων».
ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Ο υφυπουργός Παιδείας, Γιάννης Πανάρετος, σε δηλώσεις του στις αρχές Οκτωβρίου είχε τονίσει σχετικά με το θέμα της χρηματοδότησης σε καιρούς οικονομικής κρίσης: «Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 επηρέασε τη χρηματοδότηση, αλλά και τη λειτουργία των πανεπιστημίων σε όλο τον κόσμο. Τόσο τα δημόσια Ιδρύματα, όσο και τα ιδιωτικά, αναγκάστηκαν να κάνουν μεγάλες περικοπές για να αντιμετωπίσουν την κρίση. Μερικά μάλιστα από αυτά αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε απολύσεις ή σε περικοπές μισθών.
Η Ελλάδα, εκτός από την παγκόσμια οικονομική κρίση μπήκε και σε μία άλλη, περισσότερο επώδυνη, εσωτερική οικονομική κρίση. Η κρίση αυτή υποχρεώνει την κυβέρνηση να λάβει έκτακτα οικονομικά μέτρα σε όλους τους τομείς. Οι τομείς της Παιδείας και της Υγείας είναι εκείνοι που με πολιτική επιλογή θα υποστούν τις λιγότερες συνέπειες. Είναι πράγματι γεγονός ότι υπάρχει μείωση των προϋπολογισμών των δημοσίων επενδύσεων και του τακτικού προϋπολογισμού στα Πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ.
Η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας και γενικότερα η κυβέρνηση προσπαθούν να περιορίσουν όσο το δυνατόν τις συγκεκριμένες περικοπές. «Πρέπει, όμως, και από τη δική τους πλευρά τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ -όπως άλλωστε γίνεται παντού- να προσπαθήσουν να περιορίσουν τις δαπάνες και κυρίως να τις εξορθολογήσουν. Οι ηγεσίες τους δείχνουν υπευθυνότητα και συμβάλλουν στην προσπάθεια αυτή», σημείωσε ο υφυπουργός. Τα προβλήματα με την υποχρηματοδότηση έχουν επισημάνει οι περισσότεροι πρυτάνεις και πρώτος ο πρύτανης του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θράκης, Γιάννης Μυλόπουλος, ο οποίος μάλιστα ζήτησε να εξαιρεθεί από τους οικονομικούς περιορισμούς η Παιδεία.
Η οικονομική κρίση, άλλωστε, επέβαλε την περαιτέρω μείωση των κονδυλίων προς την Παιδεία, γεγονός που επισημαίνουν όλες οι πρυτανικές αρχές και οι πρόεδροι των ΤΕΙ στο υπουργείο. Μάλιστα, οι πρόεδροι των δύο μεγαλύτερων ΤΕΙ της χώρας, Αθήνας και Πειραιά, Δ. Νίνος και Λ. Βριζίδης αντίστοιχα, έχουν προειδοποιήσει το υπουργείο Παιδείας ότι «δεν θα εγγράψουν σπουδαστές εκ μετεγγραφής αν αυτοί δεν συνοδεύονται από επιπλέον χρηματοδότηση». Το υπουργείο έχει ήδη έρθει σε επαφή με το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης για τη χορήγηση στα τρία μεγάλα ΤΕΙ της χώρας (Αθήνας, Πειραιά, Θεσσαλονίκης), ποσού 3 εκατομ. ευρώ.
Οι πρόεδροι σημειώνουν ότι περιφερειακά τμήματα των ΤΕΙ χρηματοδοτούνται με ποσά δυσανάλογα προς τον αριθμό των σπουδαστών τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, λένε, ολιγομελή τμήματα μπορεί να παίρνουν τα ίδια ποσά με τα τμήματα κεντρικών ΤΕΙ που δέχονται εκατοντάδες σπουδαστές. Γι αυτό τον λόγο ζητούν εξισορρόπηση της χρηματοδότησης, κάτι που φαίνεται ότι είναι στις προθέσεις του υπουργείου Παιδείας. Ο Γιάννης Πανάρετος έχει αναγνωρίσει το θέμα επισημαίνοντας «το πρόβλημα της χρηματοδότησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης απασχολεί τις περισσότερες χώρες του κόσμου και δεν θα λυθεί εύκολα.
Οι δαπάνες που απαιτούνται για μία υψηλής ποιότητας εκπαίδευση αυξάνονται συνεχώς και γι αυτό πρέπει να βρούμε τρόπους να αξιοποιούνται όσο το δυνατόν καλύτερα τα χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου. Και υπάρχουν τρόποι που μπορούμε να το κάνουμε. Για παράδειγμα, τα Παιδαγωγικά Τμήματα των Πανεπιστημίων είναι κλειστά εδώ και μερικές μέρες, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον περιορισμό των αποσπάσεων από την Πρωτοβάθμια και την Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Το θέμα αυτό, όμως, δεν μπορούμε να το δούμε αποσπασματικά. Θα πρέπει π.χ. να αναρωτηθούμε: Χρειάζεται να έχουμε χωριστά Τμήματα Νηπιαγωγών και Παιδαγωγών Δημοτικής Εκπαίδευσης; Γιατί θα πρέπει να υπάρχουν Τμήματα που τα χωρίζει ένας διάδρομος και που στο πρώτο τουλάχιστον έτος έχουν τα ίδια μαθήματα, απλώς τα διδάσκουν διαφορετικοί διδάσκοντες, που προέρχονται από τα διαφορετικά τμήματα;
Έχει έρθει ο χρόνος να δούμε και να επανεξετάσουμε συνολικά τη δομή της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Γι αυτό, στις προτάσεις του Υπουργείου Παιδείας περιλαμβάνεται η πρόβλεψη για προγραμματικές συμφωνίες του κράτους με τα πανεπιστήμια. Με μία τέτοια προσέγγιση θα αντιμετωπίσουμε σε μεγάλο βαθμό και το πρόβλημα της χρηματοδότησης. Αυτό θα είναι παράγοντας, που θα οδηγήσει σε de facto εξορθολογισμό, αφού τα πανεπιστήμια θα έχουν μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση των χρημάτων τους και το κράτος, αντί να κατανέμει απλώς χρήματα, θα αξιολογεί το αποτέλεσμα.
Στις προτάσεις μας, επίσης, περιλαμβάνονται, η υιοθέτηση των προγραμμάτων σπουδών αντί για την πρακτική της ίδρυσης Τμημάτων, η πολυμορφία αντί για την απόλυτη ομοιομορφία, τα πολλαπλά επίπεδα μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το σπάσιμο των στεγανών μεταξύ διαφορετικών προγραμμάτων, ιδρυμάτων και βαθμίδων και πολλά άλλα που θα καταστήσουν την ελληνική Τριτοβάθμια Εκπαίδευση ανταγωνιστική διεθνώς και θα επιτρέψουν στα Ιδρύματα να παρέχουν πτυχία με αντίκρυσμα». Σε κάθε περίπτωση πρόθεση του υπουργείου Παιδείας είναι να συνδέσει τη χρηματοδότηση με την αποδοτικότητα κάθε ιδρύματος. Στις περισσότερες χώρες πάντως, τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα ενθαρρύνονται και δίδονται κίνητρα να προσφεύγουν σε χρηματοδοτήσεις από ιδιώτες, αν και η κρατική χρηματοδότηση παραμένει κύρια πηγή.
Η υπουργός Παιδείας Α. Διαμαντοπούλου, μιλώντας στους πρυτάνεις στη σύνοδο στο Ρέθυμνο, επισήμανε ότι «για την ενδυνάμωση της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας των ιδρυμάτων και τον περιορισμό γραφειοκρατικών και χρονοβόρων διαδικασιών, η πλήρης διαχείριση των οικονομικών, συμπεριλαμβανομένης και της μισθοδοσίας, περιέρχεται στα ίδια τα ιδρύματα. Έτσι, το ύψος των μισθών του προσωπικού των ιδρυμάτων καθορίζεται από την Πολιτεία, ιδιαίτερα ως προς τα ελάχιστα όρια. Η πολιτεία χρηματοδοτεί το προσωπικό, σύμφωνα με τις προγραμματικές συμφωνίες. Τα ιδρύματα μπορούν να διαμορφώνουν τη δική τους συμπληρωματική πολιτική, ώστε να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες ακαδημαϊκές και επιστημονικές τους ανάγκες, προκειμένου να προσελκύσουν επιστήμονες υψηλού κύρους ή και για την παροχή πρόσθετων κινήτρων στο προσωπικό τους.
Για την ενθάρρυνση δωρεών προς τα ιδρύματα προτείνεται η απαλλαγή από τη φορολόγησή τους. Βασικό στοιχείο των αλλαγών είναι ο τρόπος και τα κριτήρια χρηματοδότησης των ιδρυμάτων. Τμήμα της δημόσιας χρηματοδότησης των ιδρυμάτων από την πολιτεία κατανέμεται στα Ιδρύματα στη βάση δεικτών ποιότητας και των επιτευγμάτων τους. Οι δείκτες αυτοί μεταβάλλονται περιοδικά, ώστε να επιτυγχάνονται οι μεταβαλλόμενοι στόχοι και οι προτεραιότητες της εθνικής στρατηγικής για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Οι διοικήσεις των Ιδρυμάτων αποκτούν συγκεκριμένα κίνητρα, προκειμένου να συμμετέχουν αποτελεσματικά στην υλοποίηση της εθνικής στρατηγικής, την ανάπτυξη της ιδιαίτερης ταυτότητάς τους, την επίτευξη των στόχων τους και τη συνεχή βελτίωση της ποιότητάς τους.
Τα ιδρύματα επιβραβεύονται για τα επιτεύγματά τους με συγκεκριμένο τρόπο. Από τους δείκτες αυτούς, στη διαβούλευση, προτείνονται ενδεικτικά οι εξής: Αριθμός αποφοίτων/εισερχομένων φοιτητών. Αριθμός φοιτητών, ανάλογα με το είδος της ειδίκευσης τους (ιατρική, πολυτεχνείο, οικονομικά κ.λπ.) Αριθμός αλλοδαπών φοιτητών. Αριθμός φοιτητών που προσελκύονται στο Ιδρυμα μέσω των ευρωπαϊκών εκπαιδευτικών προγραμμάτων (Ερασμος κ.α.). Αριθμός φοιτητών που αποστέλλονται στο εξωτερικό μέσω των ευρωπαϊκών εκπαιδευτικών προγραμμάτων (Ερασμος κ.α.)».
Σύμφωνα με τη μελέτη του Ευριδίκη «αν και οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ενθαρρύνουν τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης να καταφεύγουν όλο και περισσότερο σε ιδιωτικές πηγές χρηματοδότησης, η άμεση δημόσια χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό ποσοστό του προϋπολογισμού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το 2003 στα 27 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ποσοστό 79,9% της χρηματοδότησης των ιδρυμάτων προήλθε από δημόσιους πόρους. Σε πέντε χώρες, το ποσοστό αυτό ήταν κατώτερο του 70%: Πολωνία 69%, Κύπρος 65%, Λιθουανία 61,8%, Βουλγαρία 55,2% και Λετονία 44,9%.
Βασικά χαρακτηριστικά των μηχανισμών χρηματοδότησης ήταν ανέκαθεν οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα ιδρύματα και το κράτος για το ύψος της χρηματοδότησης, ο τρόπος υπολογισμού της βάσει των πραγματικών δαπανών των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και η ένταξη των χορηγήσεων σε συγκεκριμένα κονδύλια προϋπολογισμού. Αντίθετα, τα τελευταία 15 έτη περίπου, πολλές χώρες χρησιμοποιούν τις συνολικές επιχορηγήσεις, έχουν θεσπίσει μεθόδους υπολογισμού του ποσού και εφαρμόζουν μέτρα που συνδέουν το ύψος της δημόσιας χρηματοδότησης με τις επιδόσεις των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Η εξέλιξη αυτή συνδυάζεται συνήθως με νέες διαδικασίες ελέγχου και λογοδοσίας».
Πηγή:Dictyo








0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου